Posigraf εισέρχεται η παγκόσμια αγορά πιστωτικών μορίων διοξειδίου του άνθρακα

Γραφικά είναι ο μόνος στη Βραζιλία με μια απογραφή του άνθρακα έχουν πιστοποιηθεί από διεθνή σφραγίδα της έγκρισης

Posigraf, το γραφικό Θετικές ομάδας, έχει κερδίσει το πρότυπο ISO 14064 πιστοποίηση, η οποία επικυρώνει απογραφή των αερίων του θερμοκηπίου, σύμφωνα με το πρωτόκολλο GHG μεθοδολογία. Ο έλεγχος διενεργήθηκε από την AENOR πιστοποίησης διαπιστευμένο ισπανικά. Έτσι, το γραφικό γίνεται η μοναδική εταιρεία γραφικών της χώρας με την απογραφή του άνθρακα έχουν πιστοποιηθεί από διεθνή σφραγίδα ποιότητας. Με την επίτευξη του προτύπου ISO 14064, το Posigraf μπορεί, από τα σχέδια για τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, προσφέροντας εθελοντική πιστώσεις άνθρακα σε άλλες εταιρείες και οργανισμούς, δεδομένου ότι η όλη διαδικασία είναι σύμφωνη με τα διεθνή πρότυπα. Η δυνατότητα αυτή είναι μέρος ενός κινήματος που αποτελείται από πολλές κυβερνήσεις, κοινωνία και τις αγορές για μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου.

Πηγή: PublishNews .

Φυτεύονται δασών μπορεί να περιλαμβάνεται στην παραγωγή των πιστωτικών μορίων διοξειδίου του άνθρακα

 Bracelpa propõe que florestas plantadas sejam incluídas em geração de crédito de carbono Foto: Deurico Ramos/Arquivo Capital News Ο Βραζιλιάνος χαρτοπολτού και χαρτιού υποστηρίζει ότι φυτείες δασών είναι σε θέση να παράγει πιστώσεις άνθρακα. Ο στόχος είναι να αλλάξει η σημερινή έννοια ότι μόνο οι πρωτοβουλίες που οδηγούν στη μείωση των ρυπογόνων εκπομπών είναι πιθανόν να προκαλέσουν έναν τέτοιο μηχανισμό. Η εργασία έγινε δεκτή για να αρχίσει να αποτελέσουν αντικείμενο διαπραγματεύσεων στο πλαίσιο του Παγκόσμιου Κλίματος Διάσκεψης (COP16), το οποίο έληξε στις τελευταίες 10 ημέρες στο Cancun - Μεξικό.

Bracelpa πιστεύει ότι η αναζήτηση για μια οικονομία χαμηλών εκπομπών άνθρακα πρέπει να δημιουργήσει ευκαιρίες για χώρες όπως η Βραζιλία, η οποία έχει μεγάλο όγκο των φυσικών και φύτεψε τα δάση. Η διοργάνωση ξεκίνησε την πρώτη έκθεση για τη βιωσιμότητα και το χάρτη του κλάδου, ο οποίος συστηματοποίηση στοιχεία για τις επιδόσεις της βιομηχανίας στη χώρα και προσπαθειών των εταιριών στην αναζήτηση για υπεύθυνη δράση σχετικά με την κατανάλωση ενέργειας, την ανακύκλωση, χρήση νερού και τη μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα. Ως εκ τούτου, η συμμετοχή σε διαπραγματεύσεις για την αλλαγή του κλίματος με στόχο την ένταξη των πιστώσεων.

Carbon αποθήκευσης
Φυτευτεί τα δάση απορροφούν ετησίως 1,5 δισεκατομμύρια τόνους CO2 από την ατμόσφαιρα, η οποία αντιπροσωπεύει το 66% του συνόλου του άνθρακα που κατέχει. Ωστόσο, το πρωτόκολλο του Κιότο, το οποίο καθορίζει τους κανόνες για τις πιστώσεις του άνθρακα, δεν θεωρούν την ένταξή τους καθώς δεν υπάρχει εγγύηση με το απόθεμα που σχηματίστηκε την πάροδο του χρόνου.

Η πρόταση καθορίζει Bracelpa περιοδική παρακολούθηση των δασών του όγκου των αποθηκευμένων του άνθρακα και τις δυνατότητες για τη δέσμευση CO2. Προτείνει, επίσης, μια συμφωνία μεταξύ των διαπραγματευτών για την αναπλήρωση των αποθεμάτων και αντασφάλισης για φυτεύονται τα δάση. Έχοντας πει αυτά Elizabeth Carvalhaes, θα υπάρχει δυνατότητα να παρέχει εγγυήσεις στην αγορά και να παρέχουν μελλοντικά δεδομένα σχετικά με την απορρόφηση του διοξειδίου του άνθρακα. Παρ 'όλα αυτά, Bracelpa αμφισβητεί την έννοια της χρονικότητας του φυτεύτηκαν δασών, δεδομένου ότι ο κύκλος της απορρόφησης του CO2 δεν είναι ποτέ διακοπεί. Σύμφωνα με την οργάνωση, ακόμα και όταν ένα δέντρο έχει πραγματοποιηθεί η συγκομιδή για διάφορες εφαρμογές, στη συνέχεια, ένα άλλο είναι φυτεμένες στη θέση του σύντομα. Επί του παρόντος, οι διαπραγματεύσεις για τον άνθρακα που φυτεύονται δάση συμβεί μόνο στην εθελοντική αγορά.

Πηγή: CapitalNews.com.br .

ΟΗΕ επιδιώκει να περιορίσει πιστώσεων CO2 της απερήμωσης

Όσον αφορά Luc Gnacadja, Εκτελεστικός Γραμματέας της Σύμβασης για την καταπολέμηση της απερήμωσης των Ηνωμένων Εθνών (UNCCD), υπάρχει μικρή αμφιβολία: «Ερημοποίηση και υποβάθμιση του περιβάλλοντος είναι η μεγαλύτερη περιβαλλοντική πρόκληση της εποχής μας." Η UNCCD αυτή την εβδομάδα ξεκίνησε μια δεκαετία του αγώνα κατά της ερημοποίησης. "20 εκατοστά επιφάνειας του εδάφους είναι το μόνο που στέκεται ανάμεσα σε μας και εξαφάνιση. Η υποβάθμιση της καλλιεργήσιμης γης προκαλεί ήδη συγκρούσεων και της αύξησης των τιμών των τροφίμων », είπε ο Gnacadja.

Η κατάσταση χειροτερεύει, όταν ληφθεί υπόψη ότι υποφέρουν περισσότερο από αυτό είναι το πιο άθλιο άνθρωποι στις φτωχότερες χώρες. Σύμφωνα με το UNCCD, από το 1980 το ένα τέταρτο των εκτάσεων της γης έχει αλλοιωθεί κατά κάποιο τρόπο και κάθε χρόνο το 1% του χάνεται.

Οι κύριες συνέπειες αυτής της απώλειας είναι η εξαφάνιση των ειδών και τη μείωση του εδάφους για γεωργική χρήση. Οι λόγοι που επιταχύνουν την απερήμωση ποικίλα, όπως η κακή χρήση της γης και την αλλαγή του κλίματος.

Gnacadja είπε ότι για την αντιμετώπιση της υποβάθμισης του εδάφους είναι απαραίτητα καλύτερη τεχνολογία και εξοπλισμό για την αντιμετώπιση της γης και την υιοθέτηση των νέων μοντέλων της γεωργίας. "Όλα αυτά κοστίζουν χρήματα και είναι πολύ σημαντικό να βρούμε τρόπους για να χρηματοδοτήσει αυτές τις αλλαγές", είπε.

Ένας από αυτούς τους τρόπους θα ήταν μόνο να χορηγήσουν πιστώσεις άνθρακα για σχέδια για την πρόληψη της απερήμωσης. Ποια θα είναι πολύ δίκαιη πλαίσιο της σύμβασης UNCCD, δεδομένου ότι υπάρχει μια τεράστια ποσότητα αερίων θερμοκηπίου αποθηκεύεται υπογείως και της υποβάθμισης των απελευθερώνοντας τους τελικά στην ατμόσφαιρα.

Η UNCCD έχει αναγνωρίσει την πρόοδο που επιτεύχθηκε κατά τη διάσκεψη για το κλίμα (COP16) στην Κανκούν για το θέμα της διατήρησης των δασών μέσω REDD + και πιστεύει ότι αυτό το είδος της πρωτοβουλίας θα μπορούσε να επεκταθεί ώστε να καλύπτει επίσης την υποβάθμιση του εδάφους.

"Είναι μια win-win πρόταση. Χώρες για την καταπολέμηση της αλλαγής του κλίματος και επίσης θα χρηματοδοτεί έργα που συμβάλλουν με διάφορους τρόπους, όπως το θέμα της ασφάλειας των τροφίμων και νερού », είπε ο Gnacadja.

Τρεις μέθοδοι άνθρακα από το έδαφος είναι ήδη σε αναμονή για την επικύρωση στο πλαίσιο του εθελοντικού Carbon Standard (VCS). Η Διακυβερνητική Επιτροπή για την Αλλαγή του Κλίματος (IPCC) αναφέρει ότι η δέσμευση του άνθρακα του εδάφους έχει τη δυνατότητα να μετριάσουν τις εκπομπές αερίων θερμοκηπίου κατά περίπου έξι δισεκατομμύρια τόνους ετησίως, κυρίως μέσω της διαχείρισης των καλλιεργειών και των βοσκοτόπων σε χώρες ανάπτυξης.

Βραζιλία
Η UNCCD ορίζει ότι μέρος της βορειοανατολικής και τα κράτη της Minas Gerais και Espirito Santo θα μπορούσαν να γίνουν ημι-ερήμους μέχρι το 2025. Στο Rio Grande do Norte, δεν είναι λιγότερο από το 97% της χώρας είναι ευαίσθητα στην απερήμωση, σύμφωνα με έρευνα της Γραμματείας Περιβάλλοντος και Υδάτινων Πόρων (Semarh).

Για να προσπαθήσει να αντιμετωπιστεί αυτή η κατάσταση, το Υπουργείο Περιβάλλοντος (ΜΜΑ) και του Εθνικού Ινστιτούτου Διαστημικής Έρευνας (INPE) υποσχέθηκε να τεθεί σε λειτουργία το 2011 το σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης για την ξηρασία και την απερήμωση (SPA).

Το σύστημα, εκτός από την καταπολέμηση πρώτα σημάδια της ξηρασίας, θα πρέπει επίσης να ενεργεί για την αντιμετώπιση των ακραίων καιρικών φαινομένων όπως οι πλημμύρες. Η ιδέα του ΜΜΑ είναι να δημιουργηθεί ένα μέσο που μπορεί να προχωρήσει στη γνώση σχετικά με τις διάφορες πτυχές της απερήμωσης και για την ενίσχυση πολιτικών για την καταπολέμηση του φαινομένου.

Μια άλλη πρωτοβουλία της κυβέρνησης ήταν να ξεκινήσει το Πρόγραμμα της Γεωργίας στην χαμηλών εκπομπών άνθρακα (ABC), η οποία έχει ως στόχο να ενθαρρύνει τους γεωργούς να επενδύσουν σε βιώσιμες τεχνολογίες στην ιδιοκτησία. Θα είναι 2 δις δολάρια σε κεφάλαια για την έγκριση των τεσσάρων μεγάλων γεωργικών πρακτικών για τη διατήρηση: άμεση φύτευση, καλλιέργεια ζώων-δάσους, την αποκατάσταση των υποβαθμισμένων βοσκοτόπων και δέσμευση του αζώτου.

Περιοχές επιρρεπείς σε απερήμωση στη Βραζιλία καταλαμβάνουν συνολικά 980,711.58 km2, που αντιπροσωπεύουν το 11,5% της χώρας.

Πηγή: Blog Patriot Alvinho .

Carbon πιστώσεις. Τι είναι αυτό;

Carbon πιστώσεις ή Πιστοποιημένες Μειώσεις Εκπομπών (CER) τα πιστοποιητικά που εκδίδονται σε έναν πράκτορα που έχει μειώσει τις εκπομπές της αερίων θερμοκηπίου (ΑΦΘ).

Κατά σύμβαση, ένας τόνος διοξειδίου του άνθρακα (CO2) αντιστοιχεί σε πίστωση άνθρακα. Αυτή η πίστωση μπορεί να διακινούνται στη διεθνή αγορά. Η μείωση των εκπομπών άλλων αερίων, επίσης, γεννήτριες των αερίων του θερμοκηπίου, μπορεί επίσης να μετατραπεί σε πιστώσεις άνθρακα, χρησιμοποιώντας την έννοια του άνθρακα Ισοδύναμο.

Αγοράστε πιστώσεις άνθρακα στην αγορά αντιστοιχεί περίπου σε ένα πρόγραμμα επαναγοράς άδεια να εκπέμπουν αέρια θερμοκηπίου. Η τιμή του αυτή την άδεια, αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης στην αγορά, πρέπει οπωσδήποτε να είναι κατώτερη από την ποινή που ο αποστολέας θα πρέπει να καταβάλει στην κυβέρνηση, που εκδίδεται από ΑΘ. Για τον αποστολέα, αγοράστε έτσι πιστώσεις διοξειδίου του άνθρακα στην αγορά σημαίνει, στην πράξη, να πάρετε μια έκπτωση επί του προστίμου που οφείλεται.
Διεθνείς συμφωνίες όπως το Πρωτόκολλο του Κιότο καθορίζει μια μέγιστη ποσόστωση των αερίων του θερμοκηπίου ότι οι αναπτυγμένες χώρες μπορούν να εκπέμπουν. Οι χώρες, με τη σειρά της, να δημιουργήσει νόμους για να περιορίσεις την εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου. Έτσι, οι χώρες ή οι βιομηχανίες που αποτυγχάνουν να επιτύχουν τους στόχους μείωσης των εκπομπών, να γίνουν οι αγοραστές των πιστωτικών μορίων διοξειδίου του άνθρακα. Από την άλλη πλευρά, οι βιομηχανίες που έχουν μειώσει με επιτυχία τις εκπομπές τους κάτω από ορισμένες ποσοστώσεις, μπορούν να πωλούν σε τιμές αγοράς, το πλεόνασμα "μείωσης των εκπομπών» ή «το ζήτημα άδεια» σε εθνικά ή διεθνή αγορά.
Οι ανεπτυγμένες χώρες μπορούν να ενθαρρύνουν τη μείωση των εκπομπών των αερίων του θερμοκηπίου (ΑΦΘ) στις αναπτυσσόμενες χώρες μέσω της αγοράς διοξειδίου του άνθρακα, κατά την αγορά πιστωτικών μορίων διοξειδίου του άνθρακα από τα τελευταία.

Τύποι αγοράς
Ανάλογα με την αγορά, τους τύπους των αιτήσεων και η μορφή εμπορίας, οι τιμές ποικίλλουν.

Η εμπορία άνθρακα και του πρωτοκόλλου του Κιότο
Η ανησυχία για το περιβάλλον οδήγησαν τις χώρες του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών να υπογράψουν μια συμφωνία για την ίδρυση έλεγχο της ανθρώπινες παρεμβάσεις στο κλίμα. Η συμφωνία αυτή γεννήθηκε το Δεκέμβριο του 1999 με την υπογραφή του Πρωτοκόλλου του Κιότο. Έτσι, το Πρωτόκολλο του Κιότο προβλέπει ότι οι ανεπτυγμένες χώρες έχουν υπογράψει τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά 5,2% κατά μέσο όρο για το έτος 1990, μεταξύ 2008 και 2012. Αυτή η περίοδος είναι επίσης γνωστό ως την πρώτη περίοδο δέσμευσης. Για να αποφευχθεί η διακύβευση των οικονομιών των χωρών αυτών, το πρωτόκολλο αποδειχθεί ότι μέρος των εν λόγω μείωση μπορεί να γίνει μέσω των διαπραγματεύσεων με τα έθνη σε όλη την μηχανισμούς ευελιξίας.

Ένας από τους μηχανισμούς ευελιξίας είναι ο Μηχανισμός Καθαρής Ανάπτυξης (ΜΚΑ). Οι πιστώσεις άνθρακα από CDM ονομάζεται Certified μείωσης των εκπομπών (CER) - ή στην αγγλική γλώσσα, Πιστοποιημένες Μειώσεις Εκπομπών (CER).
Ένα CER αντιπροσωπεύει το ένα τόννο ισοδυνάμου διοξειδίου του άνθρακα.
Περισσότερες πληροφορίες για τη διαδικασία παραγωγής CER και διαδικασία για την πιστοποίηση της ίδιας παρουσιάζεται στο άρθρο σχετικά με το μηχανισμό καθαρής ανάπτυξης.

Η αγορά της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Τα κράτη μέλη της ΕΕ έχουν συμφωνήσει για τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου μεταξύ 2002 και 2007, δηλαδή, πέρα ​​από τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου μεταξύ 2008 και 2012 του Πρωτοκόλλου του Κιότο, οι χώρες αυτές έχουν αναπτύξει άλλους στόχους για την περίοδο πριν από το πρωτόκολλο Κυότο. Η προκύπτουσα αγορά ονομάζεται το κοινοτικό σύστημα των πιστοποιητικών που εκδίδονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Άδειες εκπομπές από διαφορετικούς κλάδους μπορούν να ανταλλάσσονται μεταξύ τους. Οι πιστώσεις που προέρχονται από έργα του Μηχανισμού Καθαρής Ανάπτυξης (CDM) μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί για να μειωθούν μερίδιο των εκπομπών.

Εθελοντική αγορές
Ομάδες και τομείς που δεν έχουν να μειώσουν τις εκπομπές τους βάσει του πρωτοκόλλου του Κιότο ή εταιρείες που είναι εγκατεστημένες σε χώρες που δεν έχουν υπογράψει το Πρωτόκολλο του Κιότο (όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες εθνοτικών επιχειρήσεων) έχουν την εναλλακτική λύση της μείωσης των εκπομπών των συναλλαγών στις λεγόμενες αγορές εθελοντική.
Ένα παράδειγμα της εθελοντικής αγοράς είναι το Σικάγο Κλίματος Exchange (Σικάγο κλίματος Exchange).

Αερίων του θερμοκηπίου και πιστωτικών μορίων διοξειδίου του άνθρακα
Ένα τόνο ισοδυνάμου CO2 αντιστοιχεί σε μία πίστωση άνθρακα.
Ισοδυνάμου CO2, είναι το αποτέλεσμα του πολλαπλασιασμού της τόνους αερίων του θερμοκηπίου που εκπέμπονται από δυναμικού θέρμανσης του πλανήτη. Το δυναμικό πλανητικής υπερθέρμανσης του CO2 έχει οριστεί σε 1. Το δυναμικό πλανητικής υπερθέρμανσης του μεθανίου είναι 21 φορές μεγαλύτερο από το δυναμικό του CO2, έτσι το ισοδύναμο CO2 του μεθανίου ισούται με 21. Ως εκ τούτου, ένας τόνος μεθανίου είναι 21 μειώνεται πιστώσεις άνθρακα.

Δυναμικό θέρμανσης του πλανήτη των αερίων του θερμοκηπίου:
CO2 - το διοξείδιο του άνθρακα = 1
CH4 - Μεθάνιο = 21
N2O - υποξείδιο του αζώτου = 310
HFCs - Υδροφθοράνθρακες = 140 ~ 11700
PFCs - Υπερφθοράνθρακες = 6500 ~ 9200
SF6 - εξαφθοριούχο θείο = 23900

Αντίστιξη
Μερικές αλυσίδες υποστηρίζουν την ιδέα ότι ο άνθρακας στην αγορά πιστωτικών μορίων για να καταλήξει να δώσουν περισσότερο από το περιβάλλον, και άλλοι αμφισβητούν την ιδέα ότι αυτοί οι τίτλοι που επιτρέπουν αναπτυγμένες χώρες το δικαίωμα να ρυπαίνει. Ωστόσο, κάθε χώρα έχει μια μέγιστη ποσόστωση των πιστωτικών μορίων διοξειδίου του άνθρακα που μπορούν να αγοράσουν για την επίτευξη των στόχων του πρωτοκόλλου του Κιότο, έτσι το λεγόμενο «δικαίωμα να ρυπαίνει» είναι περιορισμένη.
Για τις τεχνολογίες πίστωση άνθρακα ζήτησε από τα ενδιαφερόμενα κράτη, πρέπει να περάσει μια ανάλυση πανεπιστημιακού επιπέδου για το αν αποδειχθεί (μαθηματικά), τι ήταν ή δεν ήταν απελευθερώνεται στην ατμόσφαιρα.

Παρατηρήσεις
Ορισμός του άνθρακα Credits και οι προϋποθέσεις για μείωση των εκπομπών ή αύξηση της απομόνωσης του άνθρακα μετατρέπονται σε μονάδες άνθρακα, δηλαδή στη βάση του προϊόντος:. Έλεγχος του άρθρου 12 του Κιότο Protocololo των Ηνωμένων Εθνών για την μετακομίσεις για τις κλιματικές.
Άρθρο 12. Παράγραφος καθορίζει τον μηχανισμό καθαρής ανάπτυξης. . Η παράγραφος 5 ορίζει ότι "μειώσεις των εκπομπών από δραστηριότητες εκάστου αναλόγου έργου πιστοποιούνται από επιχειρησιακούς φορείς που ορίζει η διάσκεψη των Μερών που επέχει θέση Συνόδου των Μερών του Πρωτοκόλλου, βάσει:
α) εθελοντική συμμετοχή εγκρίνεται από έκαστο των εμπλεκομένων Μερών?
β) γνήσια, μετρήσιμα και μακροπρόθεσμα όσον αφορά τον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής, και
γ) μειώσεων των εκπομπών επιπλέον αυτών που θα λάμβαναν χώρα ελλείψει πιστοποιημένη δραστηριότητα του συγκεκριμένου έργου.

Μηχανισμού Καθαρής Ανάπτυξης
Ο Μηχανισμός Καθαρής Ανάπτυξης (ΜΚΑ) αποτελεί έναν από τους ευέλικτους μηχανισμούς που δημιουργήθηκαν από το Πρωτόκολλο του Κυότο για να βοηθήσει τη διαδικασία μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου (GHG) ή δέσμευσης διοξειδίου του άνθρακα (ή την κατάσχεση) από τις χώρες Παράρτημα Ι.
Σκοπός του Μηχανισμού Καθαρής Ανάπτυξης είναι να βοηθήσει μη μέρη στο παράρτημα Ι της σύμβασης-πλαισίου των Ηνωμένων Εθνών για τις κλιματικές μεταβολές (UNFCCC ή τη συντομογραφία UNFCCC), που επιτρέπουν την αειφόρο ανάπτυξη μέσω της υλοποίησης των δραστηριοτήτων του έργου τους και να συμβάλλουν για τον τελικό στόχο της Σύμβασης και, αφετέρου, για να βοηθήσει Μέρη του παραρτήματος Ι στην επίτευξη συμμόρφωσης με ποσοτικούς περιορισμούς των εκπομπών τους και της μείωσης των εκπομπών των θερμοκηπιακών αερίων.


Πρωτόκολλο του Κιότο
Το Πρωτόκολλο του Κιότο είναι το αποτέλεσμα μιας σειράς εκδηλώσεων ξεκίνησε με τη διάσκεψη του Τορόντο για την Αλλαγή Ατμόσφαιρας, του Καναδά (Οκτώβριος 1988), ακολουθούμενη από την πρώτη αξιολόγηση της IPCC σε Sundsvall, Σουηδία (Αύγουστος 1990) και με αποκορύφωμα τη Σύμβαση Εθνών για την Κλιματική Αλλαγή (UNFCCC UNFCCC και στην αγγλική γλώσσα) σχετικά με την οικολογική του 1992 στο Ρίο ντε Τζανέιρο, Βραζιλία (Ιούνιος 1992). Ενισχύει επίσης τα τμήματα της UNFCCC.
Από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 για να συζητήσουν παγκόσμια αλλαγή του κλίματος σε διεθνές επίπεδο. Η διαδικασία αυτή είχε ως αποτέλεσμα την επίτευξη των Ηνωμένων Εθνών για το Περιβάλλον και την Ανάπτυξη - UNCED, που πραγματοποιήθηκε στο Ρίο ντε Τζανέιρο το 1992, που είχε ως αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων εγγράφων, η Σύμβαση-Πλαίσιο για την Κλιματική Αλλαγή - CMC. Πέντε χρόνια αργότερα, υπήρξε η δημιουργία του Πρωτοκόλλου του Κιότο - PK - η οποία, σε αντίθεση με τη σύμβαση, που σαφέστερα πρότυπα για τη μείωση των εκπομπών των μελετών του φαινομένου του θερμοκηπίου και των στόχων που πρέπει να επιτευχθεί από τις χώρες που εκπέμπουν περισσότερα αέρια κατά το παρελθόν, που συμμετείχαν σε Παράρτημα Ι. Στόχος μας είναι εδώ για να αναλύσει την τρέχουσα ομοσπονδιακή δημόσια τάξη όσον αφορά την άμβλυνση των κλιματικών αλλαγών στη χώρα. Για το σκοπό αυτό, στηρίζεται στην ανάλυση των επίσημων εγγράφων. Οι πολιτικές είναι αναλύθηκαν πριν και μετά την έκδοση της CMC στη Βραζιλία.
Αποτελεί το πρωτόκολλο της διεθνούς συνθήκης με αυστηρότερες δεσμεύσεις για μείωση των αερίων θερμοκηπίου που επιδεινώνουν το φαινόμενο του θερμοκηπίου, θεωρείται, σύμφωνα με τις περισσότερες επιστημονικές έρευνες, ως η αιτία της ανθρωπογενούς υπερθέρμανσης του πλανήτη.
Αντικείμενο συζητήσεων και διαπραγματεύσεων στο Κιότο της Ιαπωνίας το 1997, άνοιξε για υπογραφή στις 11 Δεκεμβρίου 1997 και επικυρώθηκε στις 15 Μαρτίου του 1999. Όντας ότι θα τεθεί σε ισχύ για συγκεκριμένα ότι το 55% των χωρών, οι οποίες παράγουν μαζί το 55% των εκπομπών, να επικυρώσει, και τέθηκε σε ισχύ στις 16 Φλεβάρη 2005, μετά τη Ρωσία επικύρωσε το Νοέμβριο του 2004.
Για αυτό καθορίζει ένα χρονοδιάγραμμα, με την οποία χώρες (κυρίως ανεπτυγμένες) έχουν την υποχρέωση να μειώσουν τις εκπομπές των αερίων του θερμοκηπίου τουλάχιστον κατά 5,2% σε σύγκριση με τα επίπεδα του 1990 μεταξύ 2008 και 2012 , που ονομάζεται επίσης πρώτη περίοδο δέσμευσης (για πολλές χώρες, συμπεριλαμβανομένων των μελών της ΕΕ, αυτό αντιστοιχεί σε 15% κάτω από τις αναμενόμενες εκπομπές για το 2008).
Οι στόχοι μείωσης δεν είναι ομοιογενή για όλες τις χώρες, θέτοντας διαφορετικά επίπεδα για τις 38 χώρες που εκπέμπουν τα περισσότερα αέρια. Ταχέως αναπτυσσόμενες χώρες (όπως η Βραζιλία, το Μεξικό, την Αργεντινή και την Ινδία) δεν έλαβαν στόχους για τη μείωση, τουλάχιστον προς στιγμήν.
Η μείωση αυτών των εκπομπών θα εμφανιστούν σε διάφορες οικονομικές δραστηριότητες. Το πρωτόκολλο παροτρύνει υπογράφουσες χώρες να συνεργαστούν, μέσω ορισμένων βασικών δράσεων:
· · Μεταρρύθμιση των τομέων της ενέργειας και των μεταφορών?
• Προώθηση της χρήσης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας?
Εξαλείψτε χρηματοδότησης και αγοράς μηχανισμών ακατάλληλη για τους σκοπούς της Σύμβασης?
· Περιορισμός των εκπομπών μεθανίου στη διαχείριση αποβλήτων και συστημάτων ενέργειας?
• Προστατέψτε τα δάση και άλλους υποδοχείς διοξειδίου του άνθρακα.

Εάν το Πρωτόκολλο του Κιότο τίθεται σε εφαρμογή με επιτυχία, εκτιμάται ότι η παγκόσμια μείωση της θερμοκρασίας κατά 1,4 ° C έως 5,8 βαθμούς μέχρι το 2100, ωστόσο, αυτό θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό όσον αφορά τις διαπραγματεύσεις μετά την περίοδο 2008/2012, καθώς υπάρχουν επιστημονικές κοινότητες να δηλώσω κατηγορηματικά ότι η μείωση στόχο του 5% σε σύγκριση με το 1990 είναι ανεπαρκείς για την αντιμετώπιση της υπερθέρμανσης του πλανήτη.

Κατάλογος των χωρών μελών του πρωτοκόλλου του Κιότο
Οι Ηνωμένες Πολιτείες αρνήθηκαν να επικυρώσουν το Πρωτόκολλο του Κιότο, σύμφωνα με το αίτημα του πρώην προέδρου George W. Μπους ότι οι δεσμεύσεις που απορρέουν από ένα τέτοιο πρωτόκολλο θα μπορούσαν να επηρεάσουν αρνητικά της αμερικανικής οικονομίας.
Ο Λευκός Οίκος αμφισβητεί επίσης τη θεωρία ότι οι ρύποι που εκπέμπονται από τον άνθρωπο, προκαλεί την αύξηση της θερμοκρασίας της Γης.
Ακόμη και η κυβέρνηση των ΗΠΑ δεν υπογράφουν το πρωτόκολλο του Κιότο, ορισμένοι δήμοι, κράτη (Καλιφόρνια) και οι ιδιοκτήτες των βιομηχανιών στις βορειοανατολικές Ηνωμένες Πολιτείες έχουν αρχίσει να τους τρόπους έρευνας για τη μείωση των εκπομπών του θερμοκηπίου ρυπαίνοντες - προσπαθούν να μετατρέψουν , não diminuir sua margem de lucro com essa atitude.

Sumidouros de carbono
Em julho de 2001, o Protocolo de Quioto foi referendado em Bonn, Alemanha, quando abrandou o cumprimento das metas previstas anteriormente, através da criação dos “sumidouros de carbono”. Segundo essa proposta, os países que tivessem grandes áreas florestadas, que absorvem naturalmente o CO2, poderiam usar essas florestas como crédito em troca do controle de suas emissões. Devido à necessidade de manter sua produção industrial, os países desenvolvidos, os maiores emissores de CO2 e de outros poluentes, poderiam transferir parte de suas indústrias mais poluentes para países onde o nível de emissão é baixo ou investir nesses países, como parte de negociação.
Entretanto, é necessário fazer estudos minuciosos sobre a quantidade de carbono que uma floresta é capaz de absorver, para que não haja super ou subvalorização de valores pagos por meio dos créditos de carbono. Porém, a partir da Conferência de Joanesburgo esta proposta tornou-se inconsistente em relação aos objetivos do Tratado, qual seja, a redução da emissão de gases que agravam o efeito estufa. Deste modo, a política deve ser deixar de poluir, e não poluir onde há florestas, pois o saldo desta forma continuaria negativo para com o planeta.


Os céticos eo Protocolo de Quioto
O Protocolo de Quioto somente faz sentido para aqueles que acreditam que as emissões de gases poluentes, principalmente aqueles provenientes da queima de combustíveis fósseis, são os principais responsáveis pelo aquecimento global. Como consequência do Protocolo, os países desenvolvidos teriam que diminuir drasticamente suas emissões, inviabilizando, a médio prazo, o seu crescimento econômico continuado que, acreditam os céticos, é a única forma de se atingir a abundância de bens e serviços de que tanto necessita a humanidade.
Assim, o segundo maior emissor de gases causadores do efeito estufa do planeta, os Estados Unidos, não ratificaram e, provavelmente não o ratificarão num prazo previsível. Tal atitude é considerada prudente por parte dos céticos. De fato, todas as nações europeias eo Japão ratificaram o Protocolo, e algumas delas, embora tenham concordado em diminuir suas emissões em 2010 em 8% abaixo dos níveis de 1990, já admitem que não conseguirão atingir esta meta e somente poderão conseguir reduzir as emissões em 1% em 2010.
A União Europeia esperava atingir as metas compromissadas, aproveitando as possibilidades da Inglaterra, França e Alemanha de reduzir suas emissões aos níveis de 1990, utilizando a política de abandonar o uso do carvão, aumentar o uso da energia nuclear e fechar as portas das indústrias poluidoras do leste alemão. Considerando estas vantagens, as outras nações não precisariam ser tão severas na redução das suas emissões sob a política original do Protocolo de Quioto. Como consequência, estes países aumentaram maciçamente suas emissões, apagando assim os ganhos dos países grandes. Pelo menos 12 dos 15 países europeus estão preocupados em poder cumprir as suas metas; nove deles romperam-nas, com emissões aumentando entre 20% e 77%.
A realidade, então, crêem os céticos, é que o Protocolo de Quioto tornar-se-á “letra morta” e que a Comunidade Europeia, sua grande defensora, está destinada a revelar isto ao mundo. O desenvolvimento deste tema pode melhor ser apreciado no artigo de Iain Murray, publicado pelo Tech Central Station, em 5 de maio de 2005.
No entanto, o quadro mudou consideravelmente em 2007 com a publicação dos relatórios do IPCC sobre mudança climática. A opinião pública, assim como de políticos de todo o mundo, tem cada vez mais entendido que a mudança climática já começou e que medidas são necessárias.

Sequestro de carbono
O “carbon sequestration” é uma política oficial dos EUA e da Austrália que trata de estocar o excesso de carbono, por prazo longo e indeterminado, na biosfera, no subsolo e nos oceanos.
Os projetos do DOE's Office of Science dos EUA são:
Sequestrar o carbono em repositórios subterrâneos;
Melhorar o ciclo terrestre natural através da remoção do CO2 da atmosfera pela vegetação e estoque da biomassa criada no solo;
O sequestro do carbono nos oceanos através do aumento da dissolução do CO2 nas águas oceânicas pela fertilização do fitoplâncton com nutrientes e pela injeção de CO2 nas profundezas dos oceanos, a mais de 1000 metros de profundidade.
O sequenciamento de genoma de microorganismos para o gerenciamento do ciclo do carbono.
Enviar através de foguetes (naves) milhares de mini-satélites (espelhos) para refletir parte do sol, em média 200.000 mini-satélites, reduziriam 1% do aquecimento.
O plano de sequestro de carbono norte-americano já está em andamento e demonstra a preocupação dos céticos em ajudar a remover uma das causas (embora a considerem insignificante) do aquecimento global. A Austrália possui um plano semelhante ao dos EUA. Para maiores detalhes sobre os programas de sequestro de carbono norte-americano e australiano ver as publicações “Carbon Sequestration – Technology Roadmap and Program Plan” de março de 2003, do US DOE Office of Fossil Energy – National Technology Laboratory eo “Carbon Dioxide – Capture and Storage” do Research Developments & Demonstration in Australia, 2004.

O aumento das emissões dos países em desenvolvimento
Um dos fatores alegados pelos Estados Unidos para a não ratificação do Protocolo de Quioto foi a inexistência de metas obrigatórias de redução das emissões de gás carbônico para os países em desenvolvimento.
Apesar de não serem obrigados a cumprir metas de redução, tais países já respondem por quase 52% das emissões de CO² mundiais e por 73% do aumento das emissões em 2004. Segundo a Agência de Avaliação Ambiental da Holanda, em 2006, a China, um país em desenvolvimento, ultrapassou em 8% o volume de gás carbônico emitido pelos EUA, tornando-se o maior emissor desse gás no mundo, emitindo, sozinha, quase um quarto do total mundial, mais do que toda a UE.
Um dos motivos dessa escalada das emissões chinesas é a queima do carvão mineral, que responde por cerca de 68,4% da produção de energia na China. Segundo relatório da AIE, 40,5% das emissões mundiais do CO² são provenientes da queima desse mineral, sendo este considerado o maior contribuidor para o aquecimento global.
O consumo de carvão mineral em 2006 na China saltou 8,7%, quase o dobro do aumento mundial; paralelamente, o consumo de energia elétrica teve uma elevação de 8,4% nesse país, e seu PIB aumentou 10,7%. Logo, o crescimento vertiginoso da economia chinesa gera pressão pelo aumento da produção de energia, que deve acompanhar rapidamente a crescente demanda, já que apagões parciais viraram rotina em algumas cidades chinesas, tamanho o consumo de eletricidade. Esse país se tornará até 2010 o maior consumidor de energia do mundo. Para suprir a demanda há, atualmente, cerca de 560 usinas termoelétricas em construção no território chinês.
Em 2007, quase duas novas termoelétricas eram inauguradas por semana, então, a tendência é um crescimento continuado do consumo de carvão mineral, bem como das emissões de CO² na China, algo também verificado na Índia. Esses dois países juntos responderão por 45% do aumento mundial da demanda por energia até 2030. Tal aumento pode significar uma elevação em 57% da emissões mundiais de gás carbônico no mesmo período. Assim, as atuais 27 bilhões de toneladas de CO² lançadas anualmente na atmosfera passariam para 42 bilhões em 2030.
Frente ao rápido crescimento econômico de economias emergentes, cuja matriz energética é extremamente dependente da queima de combustíveis fósseis, em especial do carvão mineral, o aumento nas emissões de gás carbônico parece inevitável para as próximas décadas, frustrando possivelmente as pretensões do Protocolo de Quioto.

Depois de 2012
O protocolo de Quioto expira em 2012, e já há o compromisso da ONU e de alguns governos para o delineamento de um novo acordo ou o que é mais provável de uma emenda no Protocolo de Quioto, que estabeleceria novas metas a serem cumpridas após 2012. As discussões começaram em 16 de Fevereiro de 2007 em Washington, os chefes de estado do Canadá, França, Alemanha, Itália, Japão, Rússia, Reino Unido, Estados Unidos, Brasil, China, Índia, México e África do Sul concordaram em princípio sobre o esboço de um sucessor para o Protocolo de Quioto. Eles discutiram, em especial, a criação de um limite máximo para o comércio dos créditos de carbono, bem como a aplicação de metas de redução das emissões de CO2 aos países em desenvolvimento, e se propuseram a delinear tal esboço até o término de 2009.
Em 7 de Junho de 2007, os líderes na 33ª reunião do G8, afirmaram que as nações do G8 visam reduzir, pelo menos, para metade as emissões globais de CO2 até 2050. Os detalhes que possibilitariam cumprir tal meta de redução seriam negociados pelos ministros do meio ambiente dos países do G8 dentro da Convenção das Nações Unidas sobre as Alterações Climáticas (UNFCCC), em um processo que poderia também incluir as grandes economias emergentes.
Uma rodada de conversações sobre as alterações climáticas, sob os auspícios da Convenção das Nações Unidas sobre as Alterações Climáticas (UNFCCC) (Viena, encontro sobre mudanças climáticas, 2007), foi celebrada em 31 agosto 2007 com o acordo sobre os principais elementos para uma eficaz resposta internacional às alterações climáticas, o Mapa do Caminho (roteiro de negociações que nortearam tal convenção), não propunha um novo protocolo para substituir o de Quioto, já que o mesmo exigiria uma nova rodada de ratificações que poderia perdurar por anos como foi o caso do Protocolo de Quioto (que só entrou em vigor após ser ratificado por uma quantidade de países que perfaziam 55% das emissões mundiais de CO2, tendo decorrido da abertura para às adesões até sua entrada em vigor mais de sete anos), mas sim um segundo período de vigoração do protocolo, com novas metas a serem definidas.
Uma característica chave das conversações foi um relatório das Nações Unidas que mostrou como a eficiência energética poderia trazer significativas reduções nas emissões de baixo custo.
As conversações tinham por objectivo definir o cenário para uma grande reunião internacional que se realizou em Nusa Dua, Bali, Indonésia, em 3 de Dezembro de 2007.
A Conferência de 2008 foi realizada em dezembro, em Poznan, Polónia. Um dos principais tópicos sobre esta reunião foi a discussão de uma possível implementação do “desmatamento evitado”, também conhecido como redução das emissões de desmatamento e degradação florestal (REDD), o que tange a adoção de um sistema de créditos de carbono concedidos à projetos que evitem o desflorestamento, já que o “desmatamento evitado” é suposto servir como medida de redução das emissões de CO2 (como sumidor de carbono), posto que as florestas são importantes fontes de absorção de gás carbônico e que o desmatamento por meio de queimadas é o principal fator de emissões em alguns países em desenvolvimento.
A Conferência de 2009 foi sediada em Copenhague durando de 7 a 18 de dezembro, e após grandes divergências entre os países ricos eo grupo dos países em desenvolvimento acerca de temas como metas de redução de emissão de gases do efeito estufa e contribuição para um possível “fundo climático”, terminou sem que se atingisse um acordo definitivo, que será discutido na próxima conferência da ONU sobre mudanças climáticas, a COP 16, a ser realizada no México em dezembro de 2010.[3] No dia 24 de outubro de 2009, celebrado como Dia Internacional da Ação Climática, milhares de pessoas em 180 países, manifestaram-se pela diminuição dos níveis de CO2 na atmosfera. Estas manifestações foram convocadas por uma ONG chamada 350.org, que advoga que os níveis de CO2 devem baixar dos valores de 385-389, existentes nessa altura, para um valor seguro de 350 ppm. Para esse efeito, grupos de pessoas sentaram-se no chão, em cidades, campos de neve e no fundo do oceano, junto à Grande Barreira de Coral, formando os algarismos 350.

Comércio internacional de emissões
O Comércio Internacional de Emissões (CIE) ou Comércio de Emissões é um mecanismo de flexibilização previsto no artigo 17 do Protocolo de Quioto pelo qual os países compromissados com a redução de emissões de gases do efeito estufa podem negociar o excedente das metas de emissões entre si. Este mecanismo permite que países que não alcancem a sua meta de redução possam utilizar o excedente de redução de outro país compromissado, ou seja, que também tenha metas em relação ao Protocolo de Quioto.
Este mecanismo de flexibilização, no âmbito do Protocolo de Quioto, somente pode ser utilizado pelo país adquirente se este o contabilizar em conjunto com atividades de redução efetivamente implementadas, de modo a não permitir que algum país apenas “compre” a redução de outros países sem reduzir suas próprias.

Sistema de trocas

Αυστραλία
O projeto de comércio de emissões do governo australiano de Kevin Rudd é chumbado no Senado a 2 de Dezembro de 2009.

Europa
Um dos projetos mais bem implementados do gênero encontra-se na Europa e toma o nome de Regime Comunitário de Licenças de Emissão da União Europeia.

Convenção-Quadro das Nações Unidas sobre a Mudança do Clima
A Convenção-Quadro das Nações Unidas sobre a Mudança do Clima – CQNUMC – (do original em inglês United Nations Framework Convention on Climate Change) ou Conferência Quadro das Nações Unidas para as Alterações Climáticas – CQNUAC (em Portugal), é um tratado internacional que foi resultado da Conferência das Nações Unidas para o Meio Ambiente eo Desenvolvimento (CNUMAD), informalmente conhecida como a Cúpula da Terra, realizada no Rio de Janeiro em 1992.
Este tratado foi firmado por quase todos os países do mundo e tem como objetivo a estabilização da concentração de gases do efeito estufa (GEE) na atmosfera em níveis tais que evitem a interferência perigosa com o sistema climático. Esse nível de concentração segura para o clima ainda não é conhecido, mas a maior parte da comunidade científica considera que, se a emissão destes gases continuar crescendo no ritmo atual, advirão danos ao meio ambiente.
O tratado não fixou, inicialmente, limites obrigatórios para as emissões de GEE e não continha disposições coercitivas. Em vez disso, o Tratado incluía disposições para atualizações (chamados “protocolos”), que deveriam criar limites obrigatórios de emissões. O principal é o Protocolo de Quioto, que se tornou muito mais conhecido do que a própria CQNUMC.
Devido ao fato de que os GEE continuam na atmosfera por muitas décadas após emitidos, não é possível interromper ou reverter a mudança climática e, por essa razão, as medidas a serem tomadas são mitigadoras, no sentido de diminuir o impacto de tais mudanças, e adaptadoras, no sentido de criar mecanismos de adaptação às mudanças que irão ocorrer.
Dentre os princípios que fundamentam a Convenção, o principal é aquele da responsabilidade comum, porém diferenciada. Como a concentração atual de GEE na atmosfera é conseqüência, em maior parte, das emissões realizadas por países industrializados no passado, cada país tem uma responsabilidade diferente. Para a divisão de responsabilidades, os países foram divididos em diferentes blocos.

Países Anexo I, Anexo II e países em desenvolvimento
Signatários da CQNUMC são separados em três grupos:
Países do Anexo I (países industrializados)
Países Anexo II (países desenvolvidos que pagam os custos para países em desenvolvimento)
Países em desenvolvimento

Países Anexo I concordam em reduzir suas emissões (especialmente dióxido de carbono) a níveis abaixo das emissões de 1990. Se eles não puderem fazê-lo, terão que comprar créditos de carbono.
Os países em desenvolvimento são chamados países do “não Anexo I”. Os países em desenvolvimento não possuem metas de emissão junto a CQNUMC, mas apresentam algumas obrigações como a implantação de programas nacionais de mitigação.

Conferência das Partes
Os países membros da Convenção reunem-se periodicamente nas reuniões chamadas Conferência das Partes.
A primeira Conferência das Partes (COP-1) ocorreu em 1995 na cidade de Berlim e nela foi firmado o Mandato de Berlim, no qual os países do Anexo I assumiram maiores compromissos com a estabilização da concentração de GEE, por meio de políticas e medidas ou de metas quantitativas de redução de emissões.
Em 1997 na cidade de Quioto foi aprovado o Protocolo de Quioto, que obedeceu as diretrizes do mandato de Berlim e deu maior ênfase às metas quantitativas como forma de minimizar os custos de mitigação em cada país. Com este objetivo também foram estabelecidos mecanismos como o Mecanismo de Desenvolvimento Limpo (MDL), que viabiliza tanto a diminuição de emissões em países do não Anexo I quanto a transferência de recursos dos países do Anexo I aos países em desenvolvimento.
A definição das regras operacionais do Protocolo de Quioto foi parte de um processo conturbado. Primeiramente, a Conferência das Partes realizada em novembro de 2000 em Haia (COP 6) foi suspensa devido à divergência de opiniões entre os EUA e países europeus. No início de 2001, os EUA anunciaram que não iriam participar das negociações de implementação do Protocolo de Quioto.
Em meados de 2001 foi retomada a discussão da COP 6 em Bonn, no que ficou conhecida como COP 6 BIS. Nessa reunião foi estabelecido o Acordo de Bonn, no qual foram feitas concessões de modo a garantir a permanência de países como o Japão ea Federação Russa, necessária para a entrada em vigor do Protocolo. Este acordo também permitiu diferentes interpretações quanto a temas como LULUCF (Land use, Land use change and Forestry), por países que passaram a rever suas posições quando da saída dos EUA e das concessões realizadas a outros países.
No fim de 2001, foi realizada a COP 7 em Marraquexe, sendo obtido o Acordo de Marraquexe que contemplava aspectos políticos do Acordo de Bonn e ambientais do Protocolo de Quioto. Este acordo define as regras operacionais para LULUCF, mecanismos de flexibilização, definição do sistema nacional de inventários de emissões, informações adicionais derivadas do Protocolo de Quioto e do processo de revisão das comunicações nacionais. Foi necessário que os países da União Européia e do G77 e China cedessem espaço aos países do Umbrella Group (Japão, Austrália, Canadá e Federação Russa). Mesmo que as reduções previstas no Protocolo de Quioto sejam atingidas, estas não serão suficientes para diminuir significativamente a interferência do homem no sistema climático. Na COP 7 foi criado também o Comitê Executivo do MDL e foi elaborada uma declaração que enfatiza a relação entre desenvolvimento sustentável e mudanças climáticas, definindo como prioridade nos países em desenvolvimento a erradicação da pobreza eo desenvolvimento.
Existe grande preocupação com o regime pós-Quioto, e sua discussão oficial começou na COP-11 em Montreal. Têm ocorrido discussões sobre o que deve ser feito após 2012 e como incluir países em desenvolvimento (principalmente China, Índia e Brasil) na questão da limitação das emissões, o que é uma questão problemática já que neste bloco encontram-se tanto países muito pobres, como aqueles do continente africano, quanto o país com a maior taxa de crescimento no mundo e, em breve, um dos maiores emissores de GEE, a China.
A COP-13 em dezembro de 2007 na Indonésia definiu as primeiras diretrizes para o acordo sobre o que fazer após 2012, quando vence o protocolo de Quioto, mas foi considerado um acordo vago.

CQNUMC ea definição de mudança climática
O CQNUMC define a mudança climática como uma mudança do clima atribuída diretamente ou indiretamente à atividade humana que altera a composição da atmosfera global e que em adição a variabilidade natural do clima é observado sobre longos períodos de tempo.
O CQNUMC faz uma distinção entre a “mudança climática” devido a atividade humana alterando a composição da atmosfera ea “variabilidade climática” atribuída a causas naturais. É importante notar que o IPCC adota diferente definição de “mudança climática”.

Fonte: Blog do Luigi .

Indústria defende crédito de carbono de floresta plantada

Associação Brasileira de Celulose e Papel (Bracelpa) vai defender crédito na conferência climática da Organização das Nações Unidas (ONU) que será realizada em Cancún.
Atualmente, crédito de carbono não serve para reflorestamento no Brasil. Foto: Divulgação
A indústria brasileira de papel e celulose defenderá no México, a partir da próxima semana, que as florestas plantadas brasileiras sejam passíveis da geração de créditos de carbonos, a serem negociados futuramente. A iniciativa deverá ser encabeçada pela presidente da Associação Brasileira de Celulose e Papel (Bracelpa), Elizabeth de Carvalhaes, que abordou o tema durante vários momentos na abertura do 5º Congresso da Consultoria Risi realizado em São Paulo sobre as perspectivas de celulose e papel na América Latina. “Advogamos e defendemos esse tema e teremos esse foco em Cancún porque não é possível que, em um cenário premente de melhoria climática, a floresta que absorve dióxido de carbono seja ignorada”, afirmou.

Elizabeth participará da conferência climática da Organização das Nações Unidas (ONU) que será realizada entre 29 de novembro e 10 de dezembro em Cancún, no México, e destacará a contribuição das florestas plantadas para o meio ambiente global. “Para cada tonelada de CO2 jogado na atmosfera no processo industrial, a floresta absorve quatro toneladas”, destaca, dimensionando a importância dessas áreas.

O objetivo da indústria brasileira é mudar o conceito existente mundialmente de que apenas iniciativas que resultem na redução das emissões de poluentes sejam passíveis à geração de crédito de carbono. Esse conceito impede fabricantes brasileiros de setores como a indústria de papel e celulose de gerar créditos de carbono a partir dos milhões de hectares de florestas plantadas que abastecem o setor. “É um absurdo que hoje todo o crédito de carbono seja dado só para quem reduz emissão, e não para quem sequestra esses poluentes”, reforçou o presidente da Suzano Papel e Celulose, Antonio Maciel Neto, também presente no evento.

O primeiro projeto brasileiro de plantação de florestas aprovado Conselho Executivo do Mecanismo de Desenvolvimento Limpo do Protocolo de Kyoto, órgão das Nações Unidas responsável pela aprovação de projetos de créditos de carbono, foi idealizado pela Plantar Carbon, braço do grupo mineiro Plantar, e envolve o reflorestamento de uma área de aproximadamente 11 mil hectares, na região de Curvelo (MG).

A iniciativa, entretanto, não representa um avanço significativo da ONU nessa direção. Isso porque o aval para a geração de crédito de carbono foi dado com base no entendimento de que a base florestal formada em Minas Gerais visa atender a demanda do setor siderúrgico por carvão vegetal renovável. Ou seja, a iniciativa representa uma redução da emissão de poluentes, e por isso pode gerar crédito de carbono, não tendo assim qualquer relação com o sequestro de carbono, conforme defende a indústria brasileira de papel e celulose.

Para Maciel, a medida pode ser considerada uma receita do “lado certo”, ou seja, em benefício das empresas que contribuem para melhorias do meio ambiente. Elizabeth, por sua vez, destaca que a decisão de levar o tema para Cancún, onde ocorrerá o evento que está sendo chamado de COP-16, não é apenas financeira e comercial. “(Defender o tema no evento) não é uma via para o Brasil arranjar novos mercados, mas sim um ato de credibilidade da informação mundial para que não se ignore o sequestro de carbono por florestas plantadas”, disse a executiva.

Fonte: D24am.com .

Projeto de carbono colabora com o desenvolvimento sustentável de comunidades no Paraná

Lançado em 1999, o primeiro projeto de carbono e redução das emissões dos gases do efeito estufa por desmatamento e degradação (REDD) do Brasil (parceria entre as ONGs The Nature Conservancy (TNC) e Sociedade de Pesquisa em Vida Selvagem e Educação Ambiental (SPVS) e as empresas American Electric Power, Chevron e General Motors) gera importantes resultados para a conservação da biodiversidade e às comunidades locais na criação de alternativas de geração de renda e educação ambiental na região onde os projetos são desenvolvidos. Entre eles estão educação ambiental, ecoturismo, cultivo de abelhas nativas, entre outros. Com o acontecimento da 16ª Conferência das Partes da Convenção do Clima (COP 16), a partir do próximo dia 29, em Cancun, no México, o tema REDD poderá voltar à tona e este é um exemplo de projeto que contempla todas as questões envolvidas nestas discussões.

“Este é um projeto pioneiro, com uma abordagem inovadora nas áreas de carbono e clima, e que teve um papel fundamental no avanço das questões de monitoramento de carbono em florestas tropicais e que agora podem servir de fontes de informação e inspiração para o desenvolvimento de novos projetos REDD no Brasil que levem em consideração a proteção e restauração das florestas no processo de mitigação das mudanças climáticas”, afirma Fernando Veiga, gerente de Serviços Ambientais da TNC. “A iniciativa deste projeto é muito importante, pois ajuda a preservar uma relevante parcela da Mata Atlântica brasileira e consegue envolver comunidades locais nesse desafio de grande importância para a manutenção do patrimônio natural”, diz o diretor executivo da SPVS, Clóvis Borges.

O projeto é desenvolvido na Área de Proteção Ambiental (APA) de Guaraqueçaba, litoral norte paranaense. No local, em 18,6 mil hectares, são desenvolvidas ações de proteção de ambientes preservados e, ao mesmo tempo, ameaçados pela degradação no maior remanescente da Mata Atlântica ainda em bom estado de conservação. Também são desenvolvidas atividades de administração das reservas, pesquisas científicas, educação ambiental, plantio de mudas para restauração de áreas degradadas.

O projeto já removeu 860 mil toneladas de carbono da atmosfera por meio da restauração de áreas degradadas e, ao longo de seus 40 anos, evitará a emissão de 370 mil toneladas de dióxido de carbono. Além disso, tem ajudado a conservar mais de 300 mil hectares de Mata Atlântica na APA. Os projetos ocupam três áreas de reservas naturais: Morro da Mina (3.300 hectares) e Rio Cachoeira (8.600 ha), no município de Antonina, e Serra do Itaqui (6.700 ha), no município de Guaraqueçaba.

Além do monitoramento e sequestro de carbono, conservação e restauração, o projeto estimula que grupos locais se articulem na busca de alternativas de renda. Nesse trabalho foram obtidos importantes resultados na região, como a criação da Associação de Criadores de Abelhas Nativas da APA de Guaraqueçaba (Acriapa) ea Cooperativa de Ecoturismo de Guaraqueçaba (Cooperguará Ecotur). Na Acriapa, com a criação de abelhas dos associados, só em 2008 os 25 produtores integrantes do projeto bateram recorde de colheita de mel. O grupo colheu 130 kg de mel, 225% a mais do que no ano anterior.

Já a Cooperguará Ecotur tem o objetivo de contribuir com o ecoturismo para a economia do litoral paranaense, mais especificamente as atividades desenvolvidas na região da APA de Guaraqueçaba. Ela é formada por proprietários de restaurantes, de pousadas, campings, além de proprietários de Reservas Particulares do Patrimônio Natural (RPPNs) que são também guias das trilhas ecológicas. Para a comodidade do turista foram criados 12 roteiros que envolvem visitas às reservas naturais da Mata Atlântica, atividades de observação de animais como golfinhos e papagaios-de-cara-roxa, caminhadas em trilhas, rafting nas corredeiras do Rio Cachoeira, além das manifestações culturais típicas da região, gastronomia, pesca artesanal, artesanato regional e produtos agroflorestais.

Também são desenvolvidos projetos de geração de renda com foco no artesanato. Um deles é o Grupo Nascentes da Serra, formado por mulheres moradoras de quatro bairros vizinhos às áreas dos projetos que aprenderam a arte da costura a partir de treinamento proporcionado pela SPVS. Elas bordam camisetas com desenhos de espécies de flora e fauna que são encontradas na região, como o tamanduá e orquídeas. A máquina de costura e todo material para a confecção das camisetas, desde o tecido às embalagens, são disponibilizados pela SPVS. O dinheiro da venda é revertido para o grupo.


Com a instalação do projeto, a SPVS se tornou uma das maiores geradoras de empregos formais do litoral paranaense, com 45 funcionários que realizam atividades voltadas à manutenção das reservas e aos cuidados para manter a qualidade de seus ecossistemas – em geral, são funcionários contratados em comunidades locais que, com o envolvimento com o trabalho, adquirem conhecimento e passam a desempenhar funções que exigem uma boa retaguarda de conhecimento científico. A maioria dos funcionários contratados era de trabalhadores das antigas fazendas de búfalos.

Eles trabalham como guarda-parque e acompanham pesquisadores em observação da biodiversidade local. Os empregos indiretos também estão em crescimento com o incentivo a novas alternativas de renda. O projeto de meliponicultura é um exemplo do manejo produtivo em áreas naturais.

Todo esse trabalho mostra a interação de um projeto de sequestro de carbono e REDD com as comunidades na implementação de ações voltadas para educação ambiental de funcionários e desenvolvimento das comunidades locais.

Sobre a SPVS
A Sociedade de Pesquisa em Vida Selvagem e Educação Ambiental (SPVS) é uma instituição do Terceiro Setor brasileira, sediada no estado do Paraná, que tem uma história 26 anos em favor da conservação da natureza. Entre as iniciativas da instituição estão projetos para compensação de emissões de gases de efeito estufa, a fim de ajudar a combater as mudanças climáticas, bem como iniciativas para proteção de áreas nativas e de espécies ameaçadas de extinção – especialmente nas formações de Floresta Atlântica e Floresta com Araucária –, recuperação e restauração ambiental, campanhas de sensibilização pública e educação ambiental. Mais informações em www.spvs.org.br .

Sobre a TNC
A TNC é uma organização mundial, líder na construção dos recursos naturais ecologicamente importantes para a natureza e as pessoas. Presente no Brasil desde 1988, tem a missão de conservar plantas, animais e ecossistemas que formam a diversidades de vida na terra, protegendo os recursos naturais necessários à sua sobrevivência. O programa de conservação para a Mata Atlântica e Savanas Centrais, estabelece parcerias com os diversos setores da sociedade a fim de proteger e restaurar áreas prioritárias dentro desses biomas. Para mais informações, acesse: www.nature.org/brasil

Fonte: Paran@shop .

Assinado acordo de compra de créditos de carbono provenientes de boas práticas no uso do solo na África

O Banco Mundial fechou um contrato com o Projeto de Carbono Agrícola do Quênia pelo qual se compromete a comprar os créditos gerados por pequenos fazendeiros do país. A parceria foi firmada durante a Conferência Internacional de Agricultura, Segurança Alimentar e Mudanças Climáticas em Haia, na última semana.

“Este projeto não é apenas o primeiro que vende créditos pelo uso do solo na África, é também uma prova de como o mercado pode concretamente ajudar o meio ambiente eo desenvolvimento da economia em países pobres”, afirmou Joëlle Chassard, gerente da unidade de Investimentos em Carbono do Banco Mundial.

O acordo irá remeter imediatamente US$ 350 mil para as comunidades no Quênia e outros US$ 80 mil no decorrer de 2011.

O projeto, criado pela ONG sueca Vi Agroforestry, gera créditos ao ajudar os agricultores de uma área de 45 mil hectares a adotar melhores práticas no uso do solo; como rotação de culturas, compostagem e respeito à mata nativa.

“As novas metodologias para o seqüestro de carbono na agricultura já tem trazido grandes benefícios para os fazendeiros no Quênia e possui um potencial imenso para serem copiadas ao redor do planeta”, explicou Henrik Brundin, diretor da Vi Agroforestry.

Fonte: Carbono Florestal .

Pequenos negócios em uma economia de baixo carbono

Η τάση είναι ότι με χαμηλές εκπομπές ρύπων είναι εταιρείες προτιμούν να λάβουν χρηματοδότηση ή επιτυχείς προσφορές

(*) Claudio Tieghi

Η Βραζιλία έχει οικειοθελώς αναλάβει τις ευθύνες της για την οικονομική ανάπτυξη με τους μειωμένους συντελεστές εκπομπών GHG (αέρια θερμοκηπίου). Πώς είναι δυνατόν να τοποθετήσετε τις μικρές επιχειρήσεις σε αυτή τη νέα πραγματικότητα;

Στον τομέα των franchise, πρόσφατα, η Ένωση ξεκίνησε την αειφόρο Franchise Πρόγραμμα Franchise με χαμηλές εκπομπές άνθρακα, η οποία έλαβε αρχικά την ιδιότητα του μέλους της Βουλής των δικτύων Builder, Megamatte, Επαναφέρει το τζιν, Spoleto, ο βασιλιάς του Kill, Seletti Υγιεινή Διατροφή και Yázigi Internexus. Το πρόγραμμα προβλέπει μηχανισμούς για τη λογιστική, τη μείωση και αντιστάθμιση των εκπομπών αερίων φαινομένου θερμοκηπίου (ΑΦΘ).

Κάθε συμμετέχων δικτύου μπορούν να περιλαμβάνουν πέντε δικαιόχρησης μονάδες από κοινού απογραφή των εκπομπών που παράγονται από την κατανάλωση ενέργειας, νερού, υγρών και στερεών αποβλήτων. Έτσι, το πρόγραμμα επιτρέπει το προνόμιο να εισέλθουν στην εθελοντική αγορά πιστωτικών μορίων διοξειδίου του άνθρακα. Ας ελπίσουμε ότι, κατά το πρώτο έτος, 75 καταστήματα διαφόρων τομέων της franchises να συλλέξουμε εμπειρίες και να προσαρμόσουν τις δραστηριότητές τους σε αυτή τη νέα πρόταση. Από το δεύτερο έτος, οι συμμετέχοντες στο δίκτυο θα διαδώσει την πρακτική τους σε όλα τα άλλα καταστήματα.

Η αγορά των πιστωτικών μορίων διοξειδίου του άνθρακα είναι ένα θέμα που εγείρει πολλά ερωτήματα, ακόμα και από το γεγονός ότι η Βραζιλία δεν έχει νομική υποχρέωση να μειώσουν τις εκπομπές τους. Ωστόσο, το Νοέμβριο του 2009, κατά την διάσκεψη για το κλίμα στην Κοπεγχάγη, η χώρα δεσμεύτηκε να μειωθεί από 36,1% και 38,9% το 2020. Αυτό σημαίνει ότι, μετά τη Βραζιλία να θεσπιστεί ανώτατο όριο για τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα για κάθε τομέα της οικονομίας, οι εταιρείες που μειώνουν τις εκπομπές αερίων θερμοκηπίου και η δέσμευση του άνθρακα θα μπορούσαν να πωλούν ομόλογα για να μειωθούν οι εκπομπές, η οποία μετράται σε τόνους, για τις εταιρείες αυτό δεν μπορεί μείωσης. Ωστόσο, αν και υπόκειται σε μεγάλες επιχειρήσεις, ώστε να επιτευχθεί μείωση των εκπομπών, τις μικρές επιχειρήσεις μπορούν να εισέλθουν στην εθελοντική αγορά των πιστωτικών μορίων διοξειδίου του άνθρακα.

Η απόφαση της κυβέρνηση της Βραζιλίας, φυσικά, θα επηρεάσει όλους τους τομείς και αυτή τη στιγμή, οι μικρές επιχειρήσεις αντιπροσωπεύουν σημαντικό τμήμα της οικονομίας μας. Μερικοί ίσως αναρωτηθούν πως το σημείο πώλησης μπορεί να είναι υπεύθυνη για την εκπομπή όσο άνθρακα. Το κρίσιμο σημείο είναι ότι δεν είναι μόνο το σημείο λιανικής πώλησης της ουσίας, αλλά ολόκληρη την αλυσίδα. Μια μελέτη από την εταιρεία συμβούλων εκτιμήσεις της McKinsey, ότι οι προμηθευτές (πρώτες ύλες, τη μεταφορά και τη συσκευασία, μεταξύ άλλων) είναι υπεύθυνα για το 40% έως 60% του «αποτυπώματος άνθρακα» ενός προϊόντος.

Κάποιος μπορεί να πει ότι η ευθύνη, τότε, είναι ο φορέας δεν είναι, ο λιανοπωλητής. Στην πραγματικότητα, δεν μπορείτε να σκεφτείτε πια. Η ευθύνη πρέπει να κατανεμηθεί από κοινού και να λαμβάνονται από όλους. Επίσης, επειδή τα προϊόντα και υπηρεσίες με χαμηλό εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα δεν είναι μόνο φιλικές προς το περιβάλλον. Θα σε μεσοπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο επίπεδο, η απαίτηση της αγοράς. Η τάση είναι ότι οι εταιρείες με αυτό το προφίλ προτίμησαν να λάβουν γραμμές πίστωσης ή για να κερδίσει τις προσφορές.

Η εμφάνιση του φαινομένου της κλιματικής αλλαγής έχει καταστήσει σαφές ότι οι οδοί προς την αειφόρο ανάπτυξη αναγκαστικά να περάσει μέσα από τη μείωση των εκπομπών των αερίων του θερμοκηπίου. Στην εξελικτική πορεία της επιχείρησης, αυτό είναι ένα θέμα που θα μπορούσε να παρέχει ισορροπία με την εξίσωση της αποδοτικότητας, της κοινωνικής ανάπτυξης και προστασίας του περιβάλλοντος.

(*) Claudio Tieghi είναι πρόεδρος του Franchise Ανάπτυξης (ΑΣΟ) και συντονιστής των κοινωνικών δικτύων ευθύνης των γλωσσικών σχολείων Yázigi Internexus

Πηγή: PEGN Εφημερίδα .

Βραζιλία και η Κίνα συζητούν δέσμευσης άνθρακα

Μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις στην παγκόσμια προσπάθεια κατά της υπερθέρμανσης του πλανήτη είναι η ανάπτυξη τεχνολογιών ικανών για την αποτελεσματική εκτέλεση των δέσμευσης και αποθήκευσης άνθρακα (CCS - ακρωνύμιο στα αγγλικά) του άνθρακα. Το θέμα ήταν στην ημερήσια διάταξη του δεύτερου χωρίσματος, στις 24 του μηνός, το εργαστήριο χρηματοδοτήθηκε από την Κίνα-Βραζιλία Centre για την Αλλαγή του Κλίματος και Ενέργειας, μια εταιρική σχέση Coppe / UFRJ με Tsinghua University, Πεκίνο, και συμμετείχαν εκπρόσωποι των MPX, Petrobras της Βραζιλίας και Σύνδεσης Άνθρακα Catarina Σάντα.

Ο διευθυντής του CoppeUFRJ Λουίζ Pinguelli Rosa, που θεωρείται η συνάντηση πολύ παραγωγική. Pinguelli είπε ότι οι συγκεκριμένες προτάσεις που υποβλήθηκαν, καθώς και τις ενώσεις μεταξύ των αντικειμενικών εταιριών που συμμετέχουν. «Προχωράμε σε στενότερη στους Κινέζους. Το επόμενο βήμα θα διοργανώσει μια συνάντηση στην Κίνα τον Οκτώβριο, η οποία θα συνεκτιμήσει τις απόψεις και τις εμπειρίες φαίνεται στην περίπτωση αυτή », είπε.
Παρά τις έντονες έρευνες για να συλλάβει και να αποθηκεύουν άνθρακα στον επιστημονικό τομέα του άνθρακα (CCS - Αγγλικά αρκτικόλεξο), η οποία έχει στο ράφι για άμεση κατανάλωση από την αγορά εξακολουθούν να θεωρούνται δαπανηρές μεθόδους και τη σχετική αποτελεσματικότητα. Στις περισσότερες περιπτώσεις, οι οριστικές τιμές της ενέργειας θα μπορούσε να αυξηθεί κατά 60% ή 70% και το επίπεδο της σύλληψης, σε γενικές γραμμές, είναι μόνο περίπου 20%.

Για Καθηγητής στο Coppe / UFRJ Alexandre Szklo, ένας εμπειρογνώμονας για το θέμα, μια εναλλακτική λύση είναι να δοθεί προτεραιότητα τη φυσική μέθοδο της CCS σε βάρος των χημικών που χρησιμοποιούνται τώρα ευρύτερα στον κόσμο. "Στο φυσικό σύστημα εργαζόμαστε για Coppe, η πρόταση είναι η ανταλλαγή για ένα σύστημα ατμού, στο οποίο ο άνθρακας εξαεριωμένος και γίνεται φυσική απορρόφηση», εξηγεί ο καθηγητής.

Κατά την πρώτη, η διαδικασία αυτή μελετήθηκε ως ακατέργαστου άνθρακα της Κολομβίας, η οποία θεωρείται η καλύτερη ποιότητα του προϊόντος. "Τώρα ας εφαρμόσουμε την ίδια μέθοδο σε Βραζιλίας τον άνθρακα, όπου η διαδικασία γίνεται πιο δύσκολη λόγω της εισόδου δεν είναι τόσο καλή όσο γείτονά μας", δήλωσε ο Szklo.

Ο καθηγητής εξήγησε ότι ο βραζιλιάνος ενεργειακή μήτρα μοντέλο μας δίνει ένα πλεονέκτημα σε σχέση με το βόρειο ημισφαίριο. «Με το να μην έχει επείγοντα χαρακτήρα για την εφαρμογή αυτής της μορφής ενέργειας, μπορούμε να αναμένουμε ότι οι μελέτες δείχνουν πιο αποτελεσματικές τεχνολογίες για να εφαρμόσει στα μελλοντικά μας σχέδια", δήλωσε ο Szklo. Δεδομένου ότι οι περισσότερες χώρες πάνω από τον Ισημερινό έχει δομημένο το τρέχον μοντέλο και τις δυνατότητες αλλαγής είναι πιο απομακρυσμένες.

Επί του παρόντος, η ομάδα ερευνητών με επικεφαλής τον καθηγητή Szklo συνεργάζεται με MPX Coppe. Ο Διευθύνων Σύμβουλος της MPX, Mauricio Moszkowicz παρουσίασε τα έργα υπό ανάπτυξη από την επιχείρηση ως τα τρία εργοστάσια άνθρακα, που είναι υπό κατασκευή στην Βορειοανατολική Βραζιλία "Σε αυτά τα φυτά, τα δύο άλλα παρόμοια έργα βρίσκονται υπό μελέτη και αναμένεται να ολοκληρωθεί το 2015" .

Πηγή: ΣΕ Οργανισμού , 8/28/2010.

Χάρτης προωθεί σεμινάριο για την προώθηση της αειφόρου γεωργίας

Η διάδοση των πρακτικών που προωθούν νέα προσέγγιση της αειφόρου γεωργίας, με δράσεις που μειώνουν την υπερθέρμανση του πλανήτη, είναι η πρόταση του σεμιναρίου ότι το Υπουργείο Γεωργίας, Κτηνοτροφίας και Τροφίμων (MAPA), θα πραγματοποιήσει στις 17 και 18 Αυγούστου. Η ιδέα είναι να φέρουμε τις δομές του προγράμματος γεωργία χαμηλών εκπομπών άνθρακα (ABC) στους διαχειριστές και τους τεχνικούς που εργάζονται στη γεωργία, το περιβάλλον, την έρευνα, την επέκταση και την αγροτική ανάπτυξη, να γίνουν πολλαπλασιαστές αυτών των δράσεων στις μονάδες εργασίας τους στις πολιτείες. Η εκδήλωση θα εγκαινιάσει ο Υπουργός Wagner Rossi, στην έδρα της Βραζιλίας Γεωργικών Ερευνών Corporation (Embrapa) στη Βραζιλία, και θα περιλαμβάνει τη συμμετοχή των πολιτών και των Υπουργείων Αγροτικής Ανάπτυξης (MDA) και το Περιβάλλον (MMA).

Ερευνητές από το διάσημο ιδρύματα και εκπρόσωποι των φήμης ιδιωτικών ιδρυμάτων θα παρουσιάσει τις πέντε επιμέρους ABC: αποκατάσταση υποβαθμισμένων βοσκοτόπων, σύστημα όργωμα, Ολοκλήρωση Κτηνοτροφία-Crop-Forest (ILPF), βιολογική δέσμευση του αζώτου και την καλλιέργεια των εμπορικών δασών. Επιπλέον, οι συμμετέχοντες θα ενημερωθούν για το πλαίσιο του σχεδίου τομέα για την άμβλυνση και την προσαρμογή στην αλλαγή του κλίματος με στόχο την εδραίωση ενός χαμηλών εκπομπών άνθρακα και οι βάσεις για τις εκτιμήσεις του μετριασμού των αερίων του θερμοκηπίου από τον γεωργικό τομέα.

Το σεμινάριο απευθύνεται επίσης την εργοδηγούς ομοσπονδιακή και πολιτειακή Τμήματα Γεωργίας, Περιβάλλοντος, Αγροτικής Ανάπτυξης, και τους τεχνικούς εκπροσώπους των Embrapa μονάδων και επιχειρήσεων για την Τεχνική Βοήθεια και Αγροτικής Παράταση στις πολιτείες (Emater). Αναμένονται περίπου 150 συμμετέχοντες.

Μείωση των στόχων
Το ABC ξεκίνησε τον περασμένο Ιούνιο και συμπεριλαμβάνονται στην γεωργία και την κτηνοτροφία Σχέδιο 2010/2011. Η προτεινόμενη εφαρμογή είναι 2 δισεκατομμύρια δολάρια σε τεχνικές που εξασφαλίζουν στον τομέα της αειφορίας, με θετικό ισοζύγιο μεταξύ των εκπομπών διοξειδίου του απομόνωση και του άνθρακα (CO2). Οι πόροι είναι εξασφαλισμένα για τους αγρότες και τους συνεταιρισμούς, με χρηματοδότηση όριο του 1 εκατ. δολάρια ανά δικαιούχο. Η πίστωση θα χρηματοδοτηθεί με επιτόκιο 5,5% ετησίως και διάρκεια αποπληρωμής 12 ετών.

Με το πρόγραμμα, το Υπουργείο Γεωργίας σχεδιάζει να επεκτείνει σε δέκα χρόνια, η σημερινή περιοχή με τη χρήση της άμεσης γεωτρήσεων σε οκτώ εκατομμύρια εκτάρια 25 εκατομμύρια έως 33 εκατομμύρια στρέμματα. Η προσθήκη αυτή θα επιτρέψει τη μείωση των εκπομπών από τις 16 έως 20 εκατομμύρια τόνους ισοδύναμου CO2. Η απαλλάσσει τεχνική με την διατάραξη του εδάφους, κάνοντας μια άμεση σπορά στο άχυρο προηγούμενη καλλιέργεια, τη διατήρηση θρεπτικών ουσιών του εδάφους και την αύξηση των αποδόσεων των καλλιεργειών.

Ένας άλλος μηχανισμός που εξασφαλίζει τη διατήρηση του άνθρακα από το έδαφος είναι το System Integration Crop-Κτηνοτροφία-Δασοπονία (ILPF). Σύμφωνα με την τεχνική, οι αγρότες μπορούν να αλλάξουν με τη γεωργία και των βοσκοτόπων στην ίδια δασική περιοχή, η φυτική γη, ακόμη και αύξηση των εσόδων. Στόχος του προγράμματος είναι να αυξηθεί την επόμενη δεκαετία, η χρήση των τεσσάρων εκατομμυρίων εκταρίων, μείωση 18 εκατομμύρια έως 22 εκατομμύρια τόνους ισοδύναμου CO2.
»
Η φύτευση εμπορικά εκμεταλλεύσιμων δασών των ευκαλύπτων και πεύκων, για παράδειγμα, προβλέπει επίσης επιπλέον εισόδημα για τον παραγωγό με ένα θετικό ισοζύγιο στις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα. Πρόθεση του υπουργείου είναι η αύξηση της δασικής περιοχής μέχρι το 2020, έξι εκατομμύρια στρέμματα σε εννέα εκατομμύρια εκτάρια. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε μείωση των εκπομπών των 8.000.000 έως 10.000.000 τόνους ισοδυνάμου CO2, στη δεκαετία.

Επίσης, ορίζεται για την ανάπτυξη στην ανάκτηση των 15 εκατομμυρίων εκταρίων των υποβαθμισμένων, αφήνοντας το τρέχον 40 εκατομμύρια έως 55 εκατομμύρια, μειώνοντας 83 έως 104 εκατομμύρια τόνους ισοδυνάμου CO2. Η βιολογική σταθεροποίηση των ενισχύσεων του αζώτου στην απομόνωση του άνθρακα, με θετικό αντίκτυπο για το μετριασμό της υπερθέρμανσης του πλανήτη. Εκτιμάται ότι η προσφυγή αναστέλλει την εκπομπή 16 εκατομμύρια έως 20 εκατομμύρια τόνους ισοδύναμου CO2 και απασχολείται σε 16,5 εκατ. εκτάρια το 2020, πάνω από 11 εκατομμύρια εκτάρια το τρέχον έτος.

Πηγή: TôSabendo.com , 09/08/2010.

Subscribe: Entries | Comments

Copyright © GEOeasy - 2011 Geo & Περιβάλλον | GEOeasy - Γεωτεχνολογίας και Περιβάλλοντος είναι περήφανα powered by WordPress και Ani Κόσμος .